Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Οι λέξεις πονούν


Θα με πεθάνεις.
Πόσο βλάκας μπορεί να είσαι?
Εγώ στην ηλικία σου...
Φύγε , φύγε να μη σε βλέπω
Βούλωστο

Και η λίστα μπορεί να συνεχιστεί αΒΙΑστα!!!!!!!!!!

Ο Αρβανιτόπουλος θα διαγράψει τον Μώραλη ή έπαθε αγκύλωση το χέρι του από το χειροκρότημα;

Ωραίος τύπος ο εκπρόσωπος του βαθέως ΠΑΣΟΚ στον Πειραιά. Αλλά επειδή το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, ας αρχίσουν οι αποκαλύψεις για τον …μάνατζερ. Ο κ. Μώραλης ο οποίος πλασάρεται ως τεχνοκράτης και επικεφαλής άλλων τεχνοκρατών, δεν έχει πτυχίο. Τελείωσε την σχολή Μωραϊτη στο Ψυχικό, μπήκε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά το 1986 και έχει περάσει μόλις 7 από τα 50 μαθήματα. Δεν έχει κανένα πτυχίο. Ιδού λοιπόν τα ερωτήματα προς τον Αρβανιτόπουλο:

Οι εκλογές, οι ψηφοφόροι και τα... γαϊδούρια

Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Δάσκαλος

«Οι υποψήφιοι, οι προτρέποντες τους άλλους ν’ ακολουθήσωσι το παράδειγμά των και οι έγγαμοι οι υμνούντες τα πλεονεκτήματα του έγγαμου βίου, μου φαίνονται όπως αι μελαναί εκείναι ως εκ του ψύχους μορφαί των λουομένων, αίτινες διά τρεμόντων χειλέων και συγκρουομένων οδόντων σας βεβαιούσιν ότι η θάλασσα είναι θερμή». (Εμ.Ροϊδης, «Τα ανθελληνικά», εκδ. Ροές, σελ. 159).

Συμπέρασμα πρώτο. Στις εκλογές λέγονται τα μεγαλύτερα ψέματα. Το μόνο που κυριαρχεί είναι η υποκρισία και ο θεατρινισμός για την καταδημαγώγηση των μαζών.

«Εκείνοι, ους έταξεν ο νόμος φύλακας και κοσμήτορας της ιδανικής ταύτης πολιτείας, οι υπουργοί, οι βουλευταί, οι δήμαρχοι, οι νομάρχαι, μεταποίησαν εαυτούς εις μαστιγοφόρους τυράννους του λαού. Το διέπειν την εξουσίαν δεν είναι πλέον λειτουργία, αλλά προσοδοφόρον επάγγελμα. Και πάντες οι τρόποι κρίνονται χρηστοί προς εκπόρθησιν ή προς διατήρησιν του πολυτίμου τούτου λαφύρου. Δος μοι και σοι δίδω, παρανόμησον και παρανομώ, ιδού τα ιερά συνθήματα, άτινα διασταυρούνται σήμερον εν τη χώρα, εν η άλλοτε εγράφη δι’ αίματος εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης». (Αν. Βυζάντιος, εφ. «Νέα Ημέρα», 1870).

Άνθρωποι που δεν υπήρξαν ποτέ

Η προσωπογραφία του Ντοστογιέφκσι
στον ομώνυμο σταθμό του Μετρό στη Μόσχα.
«Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα – εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, από δειλία. Κι ακόμη, παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι' αυτό το λόγο ίσως να είμαι πιο ζωντανός από σας. [...] Δεν ξέρουμε ακόμη που υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πώς ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε· δεν θα ξέρουμε που να στηριχτούμε και σε τι να αφοσιωθούμε, δεν θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά. [...] Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια, και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί».
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «Το Υπόγειο», εκδόσεις Γράμματα, σελ. 140